ΟΙΚΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ,

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ , ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ , ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

Οι κλιματικές μεταβολές αποτελούν το νέο πεδίο έρευνας για την επιστημονική κοινότητα. Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ,μέσα από τη μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας, ότι έχουν αναπτυχθεί πλήθος ερευνών που αναφέρονται στις κλιματικές αλλαγές και στις πιθανές επιπτώσεις στο ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον.

Η διεθνής κοινότητα , ερευνητικά ιδρύματα, ΜΚΟ, δημόσιοι φορείς, πολιτικά κινήματα και κόμματα, αλλά και οι πολίτες αυτόνομα, έχουν αρχίσει να συζητάνε το θέμα των κλιματικών αλλαγών όλο και συχνότερα, ενώ έχει τοποθετηθεί και σε δημοσία συζήτηση μέσα από παρεμβάσεις των επιστημόνων στα ΜΜΕ

Σενάρια και υπολογιστικά μοντέλα , έχουν αναπτυχθεί που προβλέπουν τις μεταβολές του κλίματος για τις επόμενες δεκαετίες. Ακριβώς πάνω σε αυτά τα σενάρια γίνονται εξειδικευμένες έρευνες ,που εξετάζουν αν οι μεταβολές στην θερμοκρασία της ατμόσφαιρας ,θα επηρεάσουν τις ανάγκες μας στην ενέργεια, τις επιπτώσεις στην οικονομία, στις γεωργικές καλλιέργειες, την διαχείριση χρήσεων γης, τις παράκτιες περιοχές (άνοδος στάθμης της θάλασσας), την αύξηση των εμφανίσεων των «ακραίων» καιρικών φαινομένων, τις μεταβολές στην βλάστηση και την κατανομή ειδών χλωρίδας και πανίδας , καθώς και την διαταραχή των ευαίσθητων σε μεταβολές φυσικών οικοσυστημάτων.

Είναι προφανές ότι καμία μακροχρόνια πολιτική για την ανάπτυξη, την ποιότητα ζωής δεν μπορεί να χαραχθεί εάν δεν λάβει υπόψη , τις αλλαγές στο κλίμα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μέρος της διεθνής πολιτικής ατζέντας. Στη χώρα μας , μόλις την τελευταία πενταετία , άρχισαν να γίνονται κάποιες σποραδικές μελέτες για τις κλιματικές αλλαγές, ενώ μόλις μερικούς μήνες πριν το Αστεροσκοπείο Αθηνών και το Ινστιτούτο βιώσιμης ανάπτυξης και περιβάλλοντος , παρουσίασαν το περιοχικό κλιματικό μοντέλο για την Ελλάδα , όπου αναφέρεται η πρόβλεψη για την αύξηση της θερμοκρασίας , η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η μεταβολή της κατανομής των βροχοπτώσεων στον Ελλαδικό χώρο, καθώς και οι επιπτώσεις των μεταβολών αυτών.

Πολλά επίσης είναι τα μοντέλα που έχουν αναπτυχθεί για την Ευρώπη και ειδικά την Μεσόγειο. Είναι πλέον αδιαµφισβήτητο ότι το κλίµα έχει αλλάξει και θα συνεχίζει να αλλάζει στο µέλλον. Μία σειρά από επιστηµονικά άρθρα τεκµηριώνουν τις σηµαντικές αλλαγές στους παγετώνες της Ευρώπης, της Αµερικής της Ανταρκτικής ακόµη και του Κιλιµάντζαρο. Ταυτόχρονα η χλωρίδα και η πανίδα προσπαθούν να προσαρµοστούν στις νέες κλιµατικές συνθήκες. Όλες οι επιστηµονικές εκτιµήσεις συγκλίνουν στο συµπέρασµα ότι έστω και αν µειώσουµε από σήµερα σηµαντικά τις εκποµπές αερίων θερµοκηπίου, η θερµοκρασία θα συνεχίζει να αυξάνεται για δεκαετίες. Οι επιπτώσεις της αύξησης πρέπει να προσδιοριστούν σε παγκόσµια κλίµακα αφού άλλωστε πρόκειται για παγκόσµιο πρόβληµα που απαιτεί παγκόσµια δράση, αλλά και σε τοπική αφού στην ανθρώπινη κλίµακα οι επιπτώσεις θα διαφέρουν πολύ από µέρος σε µέρος.(Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών 2005)

Στο κείμενο αυτό θα παρουσιάσουμε , μερικά στοιχεία, από έρευνες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ένα είναι σίγουρο, ότι ο πλανήτης, το παγκόσμιο μας σπίτι, δεν θα είναι όπως σήμερα. Οι αλλαγές που συντελούνται δυστυχώς είναι γρήγορες και θα μας αγγίξουν όλους.

Χρήσιμα στοιχεία για την χώρα μας , παρουσιάζονται στην τρίτη έκθεση για την κλιματική αλλαγή του ΥΠΕΧΩΔΕ τον Οκτώβριο του 2002

Ειδικότερα για την Ελλάδα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις:

· Στην Ελλάδα η δεκαετία του 1990 παρουσίασε σχεδόν τριπλάσιο αριθμό καυσώνων από ότι την προηγούμενη τριακονταετία. Δεν διαπιστώθηκε όμως κάποια αντίστοιχη αντίθετη μεταβολή στην συχνότητα εμφάνισης παγετών. Στην περίοδο 1970-97 εμφανίστηκαν περισσότερες ακραίες βροχοπτώσεις στην Ελλάδα με ιδιαίτερη αύξηση στη δεκαετία του 1990

· Στην Αθήνα η συχνότητα εμφάνισης ημερήσιων μέγιστων θερμοκρασιών Tmax με τιμές μεγαλύτερες των 35o , 36o , 37o και 38oC για την τελευταία τριετία, είναι η μεγαλύτερη του αιώνα. Η διάρκεια επίσης των περιόδων με Tmax>35oC παρουσιάζει συνεχή τάση αύξησης και ειδικά τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1990 η διάρκεια των περιόδων αυτών είναι διπλάσια (~8) από ότι το 1940. Για την ίδια δεκαετία βρέθηκε ότι υπάρχει αυξάνουσα τάση προς μεγαλύτερης διάρκειας περιόδους με Tmax>36oC. Δεν παρατηρείται όμως αντίστοιχη αυξητική τάση για πολύ θερμά επεισόδια με ημερήσια μέγιστη θερμοκρασία άνω των 40oC. Η συχνότητα εμφάνισης και η διάρκεια των ψυχρών επεισοδίων στην Αθήνα, μειώνεται σταθερά μετά το 1950 και μηδενίζεται μετά το 1991 ανεξάρτητα της έντασης των επεισοδίων

· Στάθμη της θάλασσας

Οι περισσότερες από τις ακτές της Μεσογείου φαίνεται να έχουν υποστεί αλλαγές στη στάθμη της θάλασσας της ίδιας τάξης μεγέθους με την παγκόσμια άνοδο δηλ. 1-2 mm/έτος. Υπάρχουν όμως περιοχές στις οποίες παρατηρήθηκε κάθοδος της στάθμης της θάλασσας (π.χ. η Α. Μεσόγειος, Αλεξάνδρεια) λόγω των ανοδικών τεκτονικών κινήσεων του εδάφους. Αντιθέτως, περιοχές που βρίσκονται σε δέλτα μεγάλων ποταμών, εμφάνισαν ρυθμούς ανόδου της στάθμης της θάλασσας μεγαλύτερους από τον παγκόσμιο μέσο π.χ. Νείλος (4.8 mm/έτος), Θεσσαλονίκη (4.0 mm/έτος), Βενετία (7.3 mm/έτος). Αυτές οι περιοχές θεωρούνται ότι υπέστησαν καθίζηση.

Η μέση στάθμη της θάλασσας στη Μεσόγειο αναμένεται να αυξάνεται με ρυθμό 5 cm/δεκαετία, συγκεκριμένα θα αυξηθεί κατά 50 cm μέχρι το 2100 (με εύρος 20-86 cm). Οι περιοχές της Mεσογείου που αναμένεται να αντιμετωπίσουν το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το Δέλτα του Νείλου, η Βενετία και η Θεσσαλονίκη

Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία συστηματική έρευνα η οποία να μελετά τις μακροχρόνιες τάσεις μεταβολής της στάθμης της θάλασσας. Ας σημειωθεί ότι οι καταγραφές δεδομένων αυτού του είδους στην Ελλάδα άρχισαν το 1974 ενώ η πλέον αξιόπιστη χρονοσειρά αρχίζει μόλις από το 1985.

Η πρόβλεψη των κλιματικών αλλαγών λόγω του ανθρωπογενούς φαινομένου του θερμοκηπίου, στην περιοχή της Μεσογείου και ιδιαίτερα σε μικρότερες περιοχές όπως η Ελλάδα, παρουσιάζει δυσκολίες που έχουν να κάνουν κυρίως με την ακρίβεια των αποτελεσμάτων. Οι προγνώσεις για τις μελλοντικές αλλαγές των διαφόρων κλιματικών παραμέτρων, ποικίλλουν ανάλογα με το κλιματικό μοντέλο και την περιοχή, καθώς, παρά τις αξιόπιστες σχετικά εκτιμήσεις των κλιματικών αλλαγών σε παγκόσμια κλίμακα, υπάρχει περιορισμένη εμπιστοσύνη στις προγνώσεις σε μικρότερη κλίμακα.

Για την εκτίμηση των αλλαγών αυτών σε μικρή κλίμακα απαιτείται η καλύτερη γνώση απροσδιόριστων ακόμη φυσικών μηχανισμών.

Σε πλανητική κλίμακα αναμένεται αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας της τάξης των 0.2°C/δεκαετία και κατά 1.7-4.0οC μέχρι το 2100. Τα περισσότερα μοντέλα επίσης προβλέπουν μια μακρόχρονη αύξηση του υετού στα μέσα και υψηλά πλάτη, ειδικά το χειμώνα, και μείωση του υετού στις υποτροπικές ζώνες.

Για την περιοχή της Ευρώπης, όλα τα κλιματικά μοντέλα καταλήγουν στο αποτέλεσμα σύμφωνα με το οποίο η έκταση της θερμοκρασιακής αύξησης αναμένεται να είναι μεγαλύτερη στη βόρεια Ευρώπη κατά μέσο όρο σε σχέση με τις μεσογειακές περιοχές. Παρά τα διαφορετικά αποτελέσματα των μοντέλων όσον αφορά στο επίπεδο της αύξησης, τα περισσότερα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το χειμώνα η αύξηση της θερμοκρασίας θα παρουσιάσει μεγαλύτερες τιμές στη βόρεια Ευρώπη το δε καλοκαίρι η αύξηση αυτή θα είναι μεγαλύτερη στη νότια Ευρώπη. Επιπλέον, η αύξηση της θερμοκρασίας στη βόρεια Ευρώπη το χειμώνα θα παρουσιάσει μεγαλύτερες τιμές από ότι το καλοκαίρι ενώ η αύξηση της θερμοκρασίας στη νότια Ευρώπη το καλοκαίρι θα είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από ότι το χειμώνα.

Όσον αφορά στη βροχόπτωση στη βόρεια Ευρώπη τα περισσότερα μοντέλα προβλέπουν αύξηση της χειμερινής και δίνουν κάποιες ενδείξεις για αύξηση της θερινής βροχόπτωσης. Τα αποτελέσματα αυτά θα μπορούσαν να συσχετιστούν με την ύπαρξη μιας γενικής αύξησης στην περίπτωση της βόρειας Ευρώπης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Στη νότια Ευρώπη όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν προς τη μείωση της θερινής βροχόπτωσης ενώ υπάρχουν ενδείξεις για μικρή αύξηση της χειμερινής.

Τα αποτελέσματα των ερευνών που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία έτη για τη Μεσόγειο και ειδικότερα για την Ελλάδα, διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό τόσο ώστε να καθίσταται πολύ δύσκολη η ανάδειξη συγκλινουσών εκτιμήσεων για την πορεία των κλιματικών αλλαγών στο μέλλον. Σε ένα μόνο συμφωνούν όλες οι προβλέψεις: η θερμοκρασία θα σημειώσει σημαντική άνοδο. Συγκεκριμένα, η μέση αύξηση της θερμοκρασίας για την Ελλάδα, στις μελέτες που εξετάστηκαν, εκτιμάται για το 2030 από 0.9°C μέχρι 2°C και για το 2100 από 3 οC έως 5οC, ανάλογα με το σενάριο μείωσης των ανθρωπογενών εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, και αναμένεται να είναι λίγο μεγαλύτερη κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου σε σχέση με αυτή του χειμώνα (μέχρι και 0.5 οC).

Είναι εμφανής στα αποτελέσματα όλων των μοντέλων η μεγάλη μείωση της θερινής βροχόπτωσης στην περιοχή της Μεσογείου. Αντιθέτως, αρκετά μοντέλα δίνουν αύξηση της χειμερινής βροχόπτωσης κυρίως στις βόρειες περιοχές της, μικρότερης όμως τάξης από την αντίστοιχη της βόρειας Ευρώπη

Συνολικά

2030

2050

2100

Χειμώνας

Καλοκαίρι

Έτος

Χειμώνας

Καλοκαίρι

Έτος

Χειμώνας

Καλοκαίρι

Έτος

Βορ. Ευρώπη

Το χειμώνα αρκετά μεγαλύτερη από το καλοκαίρι

αύξηση

2.5 έως 4οC

αύξηση

1 έως 3οC

αύξηση

4 έως 7οC

αύξηση

2 έως 5οC

Νοτ. Ευρώπη

Το καλοκαίρι ελάχιστα μεγαλύτερη από το χειμώνα

αύξηση

1.5 έως 3.5οC

αύξηση

2 έως 4.5οC

Μεσόγειος

Το καλοκαίρι ελάχιστα μεγαλύτερη από το χειμώνα

αύξηση

3.5 οC

αύξηση

4 έως 5οC

αύξηση

4 έως 7 οC

αύξηση

4 έως 6 οC

ή

2 έως 6 οC

Ελλάδα

Η αύξηση της θερμοκρασίας για το καλοκαίρι θα είναι λίγο μεγαλύτερη από αυτή του χειμώνα

αύξηση

0.9 έως 2οC

αύξηση

3 έως 5 οC

(Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών-ΥΠΕΧΩΔΕ 2002)

Παρά τις αβεβαιότητες που παρουσιάζονται στον ακριβή καθορισμό της επίδρασης των κλιματικών αλλαγών στην εμφάνιση των ακραίων καιρικών φαινομένων στην Μεσόγειο, η συνολική εικόνα δείχνει μία αύξηση στη συχνότητα των ακραίων φαινομένων στη Μεσόγειο. Συγκεκριμένα, η θέρμανση της Μεσογείου τείνει να οδηγήσει σε αύξηση της εμφάνισης ακραίων υψηλών θερμοκρασιών και σε αντίστοιχη μείωση των ακραίων χαμηλών θερμοκρασιών, μείωση της περιόδου επιστροφής για ακραία επεισόδια βροχόπτωσης και αύξηση της έντασής τους για τη νότια Ευρώπη. Παράλληλα, εκτιμάται ότι οι ξηρασίες θα εμφανίζουν μεγαλύτερη συχνότητα σε περιοχές που εμφανίζουν μείωση στη βροχόπτωση, καθώς η πιθανότητα τόσο της εμφάνισης ημερών ξηρασίας όσο και της διάρκειας τους θα αυξηθεί.

Οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) παρουσιάζουν αυξητική πορεία τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως λόγω ενέργειας, μεταφορών, βιομηχανίας, καύσεων, αποψίλωσης των δασών κ.τ.λ. Η αύξηση του CO2 συνεισφέρει όμως στην αύξηση της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας. Το φαινόμενο είναι γνωστό: Η αυξημένη συγκέντρωση του CO2 εμποδίζει τη μεγάλου μήκους κύματος ακτινοβολία να διαφύγει στο διάστημα, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη μικρού κύματος ακτινοβολία να περάσει στη γη κατά τη διάρκεια της ημέρας με αποτέλεσμα την ανατροπή του ισοζυγίου και τη μεταβολή της θερμοκρασίας. Το ίδιο συμβαίνει και με το μεθάνιο (CH4), το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) , και τα οξείδια του αζώτου (ΝΟx). Είναι το γνωστό φαινόμενο του θερμοκηπίου. Διάφορα μοντέλα θέλουν τη μέση θερμοκρασία του πλανήτη από 15oC να αυξάνεται μέχρι και 3oC μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Οι τιμές του στρατοσφαιρικού όζοντος (O3) παρουσιάζουν πτωτική πορεία. Αυτό αποδεδειγμένα συνεισφέρει στη δημιουργία της τρύπας του όζοντος τόσο πάνω από τους πόλους της γης, όσο και πάνω από τα υπόλοιπα μέρη της υφηλίου. Η καταστροφή του όζοντος οφείλεται κυρίως στη χρήση χλωροφθορανθράκων (CFCs) , που αν και έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια εξακολουθούν να επηρεάζουν το όζον.

Συνέπειες που απορρέουν από την αύξηση της θερμοκρασίας

Η αύξηση της θερμοκρασίας θα προκαλέσει διαδοχικά το λιώσιμο των πάγων, στους πόλους και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Έτσι, προβλέπεται καταστροφή σημαντικών οικονομικών τομέων όπως τα τρόφιμα, η αλιεία, οι υδατοκαλλιέργειες, αλλά και ο τουρισμός (μετατόπιση προς το βορά), οι υποδομές κ.τ.λ. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε μετανάστευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Από εκεί και μετά θα παρουσιαστούν προβλήματα μολύνσεων, και άλλων μεταδοτικών ασθενειών που θα οφείλονται στην καταστροφή των αποχετευτικών συστημάτων και γενικά των συστημάτων υγιεινής.

Ορισμένες περιοχές της γης αναμένεται να παρουσιάσουν προβλήματα ως προς την προμήθεια τροφίμων και γενικότερα φτώχεια. Το χειρότερο από όλα όμως φαίνεται πως είναι η ξηρασία και γενικότερα το πρόβλημα του νερού. Η αύξηση της θερμοκρασίας θα επηρεάσει τον κύκλο του νερού (βροχοπτώσεις - εξάτμιση). Σαν αποτέλεσμα αυτού οι πηγές του νερού θα μειωθούν σημαντικά. Αναμένεται ότι περιοχές που έχουν προσαρμοστεί σε ένα δεδομένο κλίμα θα πρέπει να αλλάξουν συνήθειες καθώς θα υπάρξει μια μετατόπιση των ήδη υπαρκτών κλιματικών ζωνών από το νότο προς το βορρά. Οικονομικά προβλήματα αναμένεται να παρουσιαστούν κυρίως στις ασθενέστερες περιοχές με αποτέλεσμα την εξουθένωση του πληθυσμού.

· Για κάθε δεκαετία που διανύουμε στην Ευρώπη θα έχουμε αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας μεταξύ 0,1 και 0,4 βαθμούς Κελσίου, ενώ ήδη η δεκαετία του 1990-1999 ήταν η ζεστότερη δεκαετία που έχει ποτέ καταγραφεί.

· Οι πολύ κρύοι χειμώνες θα είναι κάτι πολύ σπάνιο κατά τη δεκαετία του 2020 και κάτι σχεδόν ανύπαρκτο κατά τη δεκαετία του 2080.

· Κάθε καλοκαίρι που έπεται θα είναι ζεστότερο από το ζεστότερο καλοκαίρι της κάθε δεκαετίας που μπορούμε να θυμηθούμε.

· Η βροχόπτωση και η χιονόπτωση θα αυξάνεται στη βόρεια Ευρώπη κατά 1-2% (ήδη κατά τον εικοστό αιώνα η βροχόπτωση στη βόρεια Ευρώπη αυξήθηκε σε ποσοστό 10-40%) κάθε δεκαετία που περνάει, ενώ στη Νότια Ευρώπη θα μειώνεται με λίγο μικρότερους ρυθμούς.

· Το μέσο ύψος της θάλασσας θα αυξηθεί από 13 έως 68 cm,

· Η νότια Ευρώπη θα πληγεί περισσότερο σε σχέση με όλο το βόρειο ημισφαίριο.

· Το "παράδοξο" που υποστηρίζεται από πολλούς ερευνητές είναι ότι η προσωρινή θέρμανση της γης, μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε ψύξη μεγάλου μέρους του βορείου ημισφαιρίου. Αυτό στηρίζεται στην υπόθεση ότι το λιώσιμο των πάγων στις πολικές περιοχές θα δημιουργήσει θαλάσσια ρεύματα που θα καταστρέψουν το Gulf Stream το οποίο ευθύνεται για το ήπιο κλίμα της βορειοδυτικής Ευρώπης.

Η αλλαγή του κλίματος στην Ελλάδα

Η χαοτική φύση του φαινομένου της αλλαγής του κλίματος σημαίνει - μεταξύ άλλων - ότι μερικές περιοχές θα έχουν περισσότερες βροχοπτώσεις ή χαμηλότερες θερμοκρασίες. Είναι δύσκολο να προβλεφθεί η φύση των συνεπειών για μια συγκεκριμένη χώρα. Ωστόσο, τα παραδείγματα δείχνουν τις ακόλουθες πιθανές συνέπειες για την Ελλάδα:

- Άνοδο της θερμοκρασίας - θα υπάρχουν μακρύτερες θερμές περίοδοι και

οι θερμοκρασίες θα είναι υψηλότερες. Αυτό θα οδηγήσει σε μια μεγαλύτερη ένταση των κυμάτων καύσωνα.

- Άνοδο της στάθμης της θάλασσας - μια παγκόσμια άνοδος της στάθμης της θάλασσας κατά 30-88 περίπου εκατοστά. Σε συνδυασμό με καθιζήσεις γίνεται η πρόβλεψη ότι θα επηρεασθούν σημαντικά περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, λιμάνια και παράκτιες εγκαταστάσεις, αεροδρόμια, συστήματα αποχέτευσης
- Χειρότερη ρύπανση της ατμόσφαιρας - όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία η ρύπανση της ατμόσφαιρας θα εντείνεται.
- Μείωση των βροχοπτώσεων - έχει παρατηρηθεί μείωση των βροχοπτώσεων κατά 10-30% των βροχοπτώσεων στην Ελλάδα από το 1970. Αυτό αναμένεται να επιδεινωθεί και θα οδηγήσει σε περιόδους ξηρασίας που θα επηρεάσουν την παροχή πόσιμου νερού, τη γεωργία (μαζική καταστροφή της καλλιέργειας δημητριακών, ελιάς κλπ) και το βιομηχανικό τομέα.
Δυστυχώς μπορούν να αναμένονται συχνότερα ακραία καιρικά γεγονότα , συμπεριλαμβανομένων πλημμύρων, κύματα θερμότητας, θυελλών, ξηρασιών και διακοπές στις παροχές του νερού σε πολλά μέρη της Γης. Κατά συνέπεια, θα εξαπλωθούν σοβαρές ασθένειες όπως η ελονοσία και ο κίτρινος πυρετός που είχαν σχεδόν εξαλειφθεί. Εργασίες που στηρίζονταν σε φυσικά στοιχεία θα επηρεαστούν πολύ, όπως η γεωργία, η αλιεία και η δασονομία. Από την άλλη μεριά καθώς τα πολικά καλύμματα του πάγου θα λειώσουν, θα σημειωθεί άνοδος στις στάθμες της θάλασσας, και δυστυχώς ολόκληρα έθνη σε νησιά του Ειρηνικού ωκεανού ή παραθαλάσσιες πόλεις στη Μεσόγειο θα εξαφανιστούν. Οι πλημμύρες στα παράκτια μέρη θα αφήσουν εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους και βέβαια αυτό θα συμβεί στις φτωχές και αναπτυσσόμενες χώρες.

  • Ωστόσο, η αλλαγή των καθημερινών μας συνηθειών μπορεί να βοηθήσει ώστε να μειώσουμε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Η ελάττωση της ταχύτητας όταν οδηγούμε (ήδη οι Γερμανοί οικολόγοι δεν οδηγούν πάνω από 120 km/h), η συγκέντρωση υλικών για ανακύκλωση ή η προτίμηση προς δημόσια μέσα μεταφοράς για να πάμε στην εργασία μας, είναι τρόποι για να μειωθεί η κατανάλωσή υγρών καυσίμων. Η ανακύκλωση σώζει το 70 έως 90 τοις εκατό της ενέργειας και της ρύπανσης, συμπεριλαμβανομένου του CO2 - που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία των πρωτογενών υλικών. Ακόμη και η δενδροφύτευση γύρω από το σπίτι μας ή στον Υμηττό, μπορεί να περιορίσει τις δαπάνες για τα κλιματιστικά μέχρι και 40 τοις εκατό, μειώνοντας έτσι περαιτέρω τις ενεργειακές ανάγκες μας. αποτελεσματικότητα, μέσω μηχανισμών συνεργασίας, όπως άδειες εκπομπής, από κοινού εφαρμογή και κατάλληλος μηχανισμός ανάπτυξης).

Η απάντηση της διεθνής κοινότητας στην αύξηση των θερμοκηπιακών αερίων , και στην υπερθέρμανση του πλανήτη ήταν η συμφωνία στο Κιότο της Ιαπωνίας.

Το Πρωτόκολλο του Κιότο αποτελεί μια διεθνή συμφωνία που πραγματοποιήθηκε κατά το Δεκέμβριο του 1997. Η παρούσα συνάντηση στοχεύει στη συνολική μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων τουλάχιστον κατά 5% την πενταετία 2008-2012 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Πρόκειται για την πρώτη συνθήκη που έχει νομική δέσμευση για τον περιορισμό των αερίων που προέρχονται από 35 βιομηχανικές χώρες, τα οποία δημιουργούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Τα αέρια αυτά εκλύονται κυρίως από αυτοκίνητα, εργοστάσια ηλεκτροδότησης και βιομηχανίες.

Μέχρι σήμερα το Πρωτόκολλο έχει κυρωθεί από 141 συνολικά κράτη ( 37 ανεπτυγμένα και 104 αναπτυσσόμενα). Τα 37 αυτά ανεπτυγμένα κράτη αντιπροσωπεύουν το 61,6% των εκπομπών. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα υπέγραψε το Πρωτόκολλο τον Απρίλιο του 1998, παράλληλα με τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλα τα Κ-Μ της ΕΕ κύρωσαν το Πρωτόκολλο το Μάιο 2002.

Ενώ,4 ανεπτυγμένα κράτη δεν έχουν ακόμη κυρώσει το Πρωτόκολλο: ΗΠΑ, Αυστραλία, Μονακό, Λιχτενστάιν. Αυστραλία και ΗΠΑ έχουν δηλώσει ότι δεν προτίθενται να προχωρήσουν στην κύρωσή του. Τα δύο αυτά κράτη ευθύνονται για περισσότερο από το ένα τρίτο των εκπομπών των ανεπτυγμένων χωρών. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, η απουσία των ΗΠΑ και της Αυστραλίας θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στην επίτευξη του στόχου του Πρωτοκόλλου, αφού η θερμοκρασία της Γης αναμένεται να μειωθεί μόνο κατά 0,1 βαθμούς μέχρι το 2012.

Το Πρωτόκολλο τέθηκε σε ισχύ στις 16 Φεβρουαρίου 2005, για 128 Κράτη-Μέρη. Από την ημερομηνία αυτή, 30 ανεπτυγμένα κράτη δεσμεύονται από νομικά δεσμευτικούς στόχους μείωσης ή περιορισμού των εκπομπών τους.

Για την επίτευξή του στόχου της συνθήκης, τα ανεπτυγμένα Κράτη- Μέρη του Πρωτοκόλλου καλούνται να εξασφαλίσουν ότι οι εκπομπές τους, για 6 συνολικά αέρια, δεν θα υπερβούν τα όρια που τους τίθενται με το Πρωτόκολλο αυτό. Σύμφωνα με την συνθήκη, οι βιομηχανοποιημένες χώρες έχουν διορία 7 ετών να περιορίσουν τις εκλύσεις αερίων κατά 5% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1990. Ο επόμενος γύρος συνομιλιών σε σχέση με το πρωτόκολλο, θα πραγματοποιηθεί στον Καναδά τον Δεκέμβριο.

Μια ‘’γκρίζα ζώνη’’ του Πρωτοκόλλου αφορά στη δυνατότητα αξιοποίησης των φυσικών ταμιευτήρων άνθρακα (δασικές και αγροτικές εκτάσεις). Η Σύμβαση θεσπίζει μια νομική υποχρέωση για τα βιομηχανικά κράτη. Μιλά για περιορισμό των εκπομπών, αλλά και για προστασία και αύξηση των φυσικών ταμιευτήρων ρύπων. Το Πρωτόκολλο αποδέχεται το γεγονός ότι οι αναδασώσεις, η επέκταση δασικών εκτάσεων και η αλλαγή χρήσεων γης επηρεάζουν θετικά το παγκόσμιο ισοζύγιο συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, καθώς απορροφούν ποσότητες CO2.

Οι φυσικοί ταμιευτήρες CO2 μπορεί να διακριθούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες σύμφωνα με τη φύση, την περιοχή και την τύχη του CO­2. Αυτές οι κατηγορίες είναι:

Οι ταμιευτήρες της βιόσφαιρας, οι οποίοι είναι ενεργοί, περιβαλλοντικά ευαίσθητοι και φυσικοί αποδέκτες του CO2. Οι ωκεανοί, τα δάση και τα εδάφη είναι μέλη αυτής της κατηγορίας

Οι ταμιευτήρες της γεώσφαιρας, οι οποίοι είναι φυσικά ρεζερβουάρ CO2, αλλά απαιτούν ανθρώπινη παρέμβαση για την αξιοποίησή τους. Τα μέλη της κατηγορίας αυτής είναι τα κοιτάσματα πετρελαίου, ο λιγνίτης και ο λιθάνθρακας και το φυσικό αέριο.

Οι υλικοί ταμιευτήρες, οι οποίοι είναι τεχνητές δεξαμενές από τον άνθρωπο για κατακράτηση CO2. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει προϊόντα ξύλου, διάφορα χημικά προϊόντα αλλά και τα πλαστικά.

Ακριβώς όπως μια τράπεζα αποθηκεύει χρήματα, ένας "ταμειυτήρας" άνθρακα αποθηκεύει άνθρακα. Σ' έναν ταμιευτήρα, ο άνθρακας δεν μπορεί να διαφύγει στην ατμόσφαιρα ως CO2 εκτός αν ο ταμιευτήρας δεν λειτουργεί σωστά. Τα δάση είναι ένας τύπος ταμιευτήρα άνθρακα, παραδείγματος χάριν. Τα δέντρα συσσωρεύουν τον άνθρακα όπως "αναπνέουν" CO2 και αναπτύσσονται.

Για χρόνια, οι επιστήμονες εργάζονται για να καθορίσουν που βρίσκονται επί του εδάφους οι διάφοροι ταμιευτήρες του άνθρακα και πόσος άνθρακας βρίσκεται αποθηκευμένος σε κάθε έναν από αυτούς. Οι ερευνητές που έχουν κάνει αυτήν την προσπάθεια διαπίστωσαν ότι μόνο τα δάση απορροφούν εκ νέου τον άνθρακα της ατμόσφαιρας, αλλά με ένα περιορισμένο ρυθμό.

Κάποιος όμως άλλος τύπος μηχανισμού απομονώνει τον άνθρακα επάνω στη γήινη επιφάνεια, και κρατά τα ατμοσφαιρικά επίπεδα του CO2 μέτρια, ενώ τα ποσοστά εκπομπής άνθρακα αυξήθηκαν δραματικά κατά 40% κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών. Αυτή η αποθήκευση του άνθρακα της οποίας ο τόπος παραμένει άγνωστος είναι γνωστή ως "ελλείπων απορροφητήρας" στο βόρειο ημισφαίριο.

Τα βιομηχανικά αναπτυγμένα κράτη, εκτός όμως από την εξαγωγή "καθαρής τεχνολογίας", έχουν έναν ακόμη τρόπο να κερδίσουν μονάδες ρύπανσης. Βάσει μίας απλής αλλά αμφιλεγόμενης επιστημονικά σύλληψης, μπορούν να φυτέψουν δέντρα που υποτίθεται ότι θα λειτουργήσουν σαν ταμιευτήρες των αυξημένων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Οι ΗΠΑ, λόγου χάρη, υποστήριξαν ότι, έως το 2010, τα δέντρα που θα φυτέψουν θα έχουν απορροφήσει 300 εκατομμύρια τόνους αερίων ρύπων, ποσοστό που ισοδυναμεί με το 15% των ρύπων CΟ2 που εκλύουν σήμερα. . Σύμφωνα όμως με έρευνες που δημοσιεύτηκαν στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό "Nature", τα δέντρα αυτά που σήμερα απορροφούν το διοξείδιο του άνθρακα στο μέλλον ενδέχεται να επιταχύνουν την αλλαγή του κλίματος, καθώς λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη θα απελευθερώσουν το διοξείδιο που συγκεντρώνουν.

Παράλληλα, οι τεχνητές δεντροφυτέψεις σε ψυχρά κλίματα, όπως αυτό της Σιβηρίας ή του Καναδά, ενδέχεται να συμβάλουν στην αύξηση της θερμοκρασίας. Και αυτό, γιατί σε περιοχές οι οποίες καλύπτονται από χιόνι, τα δέντρα απορροφούν από τον ήλιο μεγαλύτερα ποσά θερμότητας, απ' ότι το έδαφος. Αν, λοιπόν, αυξήσουμε τα δέντρα, θα είναι σαν να αυξάνουμε τους συσσωρευτές θερμότητας στον πλανήτη!

Προκειμένου δε να κερδίσουν περισσότερες μονάδες ρύπανσης, αρκετές χώρες εμφανίζονται διατεθειμένες να ξεριζώσουν τα ήδη υπάρχοντα δάση, προκειμένου να τα αντικαταστήσουν με δέντρα που απορροφούν μεγαλύτερες ποσότητες ρύπων. Δεδομένου, μάλιστα, ότι μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των επικίνδυνων εκπομπών και στο εξωτερικό, μπορούν να αντικαταστήσουν τα δάση κάποιας άλλης χώρας, χωρίς να διαταράξουν την οικολογική ισορροπία της χώρας τους.

Οι σημαντικές και αξιέπαινες επιστημονικές έρευνές , δυστυχώς, δεν συνοδεύονται από ανάλογες πολιτικές πρωτοβουλίες. Απαιτείται μια γενναία υπέρβαση αντιλήψεων και πρακτικών , ώστε να οδηγηθούμε σε μια νέα πολιτική προσέγγιση που θα ενσωματώνει πολιτικές για το περιβάλλον και το κλίμα. Είναι μια επιτακτική ανάγκη που διαπιστώνεται από την κοινωνία και τους πολίτες και ειδικά τους νέους που παραδοσιακά είναι πιο ευαίσθητοι σε ζητήματα περιβάλλοντος.

Ας τολμήσουμε να θέσουμε σε δημόσιο διάλογο την συζήτηση για τις κλιματικές μεταβολές, από την κεντρική εξουσία μέχρι τον πολίτη..

ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΛΟΓΟΣ.

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

dkalpak@cc.uoi.gr